- Exnova
- сущ.
лат. бывшая новая, бывшая новая звезда
Универсальный немецко-русский словарь. Академик.ру. 2011.
Универсальный немецко-русский словарь. Академик.ру. 2011.
Exnova — Ex|no|va [...va] die; , ...vae [...vɛ] <zu 1↑ex... u. ↑Nova> ↑Fixstern im Zustand nach einem Novaausbruch (Astron.) … Das große Fremdwörterbuch
καινοφανής αστέρας (nova) — (Αστρον.). Αστέρας, ο οποίος παρουσιάζει απρόοπτα ταχύτατη και έντονη αύξηση της λαμπρότητάς του, για να επανέλθει ύστερα σιγά σιγά στην αρχική του κατάσταση. Η λαμπρότητα των κ.α. είναι από 5.000 έως 100.000 φορές μεγαλύτερη από την αρχική τους … Dictionary of Greek